Στις διαπροσωπικές μας σχέσεις δεν επικοινωνούμε μόνο με λέξεις αλλά με εκφράσεις προσώπου, τόνο φωνής, αγγίγματα, σιωπές, βλέμματα, αποστάσεις, διαθεσιμότητα, συνέπεια κλπ. Δηλαδή με ένα ολόκληρο φάσμα μη-λεκτικών σημάτων που συχνά μεταφέρουν περισσότερο νόημα από τον ίδιο τον λόγο.
Υπάρχουν όμως φορές που δεν λαμβάνουμε ένα καθαρό μήνυμα αλλά αντικρουόμενα σήματα: άλλα λέγονται και άλλα εισπράττουμε αφού το λεκτικό με το μη-λεκτικό επίπεδο δεν ευθυγραμμίζονται. Όταν αυτό επαναλαμβάνεται συχνά, δεν πρόκειται απλώς για μια μικρή αντίφαση αλλά για μια επικοινωνιακή συνθήκη που δημιουργεί εσωτερική σύγχυση και αβεβαιότητα, καθώς δεν είναι ξεκάθαρο τί πραγματικά ισχύει και πώς χρειάζεται να ανταποκριθούμε. Συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η αμφιβολία και η υπερανάλυση, μια ιδιαίτερα εξουθενωτική εμπειρία για το άτομο που την επωμίζεται.
Για παράδειγμα μπορεί να λέμε «Να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας», όταν όμως μιλάμε ανοιχτά, να συναντάμε ψυχρότητα, κατηγορία, άμυνα ή αποστασιοποίηση. Έτσι, παρότι η ειλικρίνεια δηλώνεται ως επιθυμητή, το μη-λεκτικό μήνυμα που λαμβάνουμε την αποθαρρύνει.
Στον αντίποδα, μπορεί να υπάρχει μη-λεκτική οικειότητα, όπως βλέμμα, ζεστασιά, χημεία, σωματική εγγύτητα, συναισθηματική ανταπόκριση στην στιγμή αλλά όταν η σχέση καλείται να πάρει μορφή, εμφανίζεται ασυνέπεια ή εξαφάνιση. Υπάρχει δηλαδή παρουσία στο συναίσθημα αλλά απουσία στην στάση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, μαθαίνουμε να ζούμε σε μια διαρκή προσαρμογή. Ο αυθορμητισμός περιορίζεται, η αυτολογοκρισία και τα σενάρια εντείνονται ενώ η εμπιστοσύνη στην ίδια μας την αντίληψη αρχίζει να θολώνει. Έτσι, καταλήγουμε να μην εκφράζουμε την δυσφορία που νοιώθουμε και να βυθιζόμαστε σε ολοένα και μεγαλύτερη σύγχυση.
Πώς αντιμετωπίζουμε τα διπλά μηνύματα
-
Παρατηρούμε το μοτίβο και όχι το μεμονωμένο περιστατικό. Όλοι στέλνουμε κάποιες φορές μεικτά σήματα αλλά το ερώτημα είναι αν πρόκειται για περιστασιακό φαινόμενο ή αν αυτός είναι ο σταθερός τρόπος σχέσης. Το μοτίβο και όχι το μεμονωμένο γεγονός καθορίζει την επίδραση.
-
Ονομάζουμε εσωτερικά αυτό που συμβαίνει. Δεν προσπαθούμε να το λύσουμε αμέσως, πρώτα το αναγνωρίζουμε διότι έτσι μειώνεται η σύγχυση.
-
Εμπιστευόμαστε την αντίληψή μας. Η σύγχυση που νοιώθουμε είναι πληροφορία, όχι αδυναμία. Δεν την ακυρώνουμε αυτόματα γιατί αν νοιώθουμε μπέρδεμα, πίεση ή έχουμε την αίσθηση ότι «ό,τι και αν κάνω είναι λάθος», τότε κάτι στο μοτίβο δεν είναι καθαρό.
-
Γνωστοποιούμε αυτό που νοιώθουμε. Εκφραζόμαστε περιγραφικά και δεν κατηγορούμε, γιατί η περιγραφή μειώνει την άμυνα και κρατάει την συζήτηση ανοιχτή.
-
Αν τα διπλά μηνύματα επαναλαμβάνονται, θέτουμε όριο στην ασάφεια.
-
Αν η προσπάθεια για διευκρίνιση «τιμωρείται», είναι σημαντικό να το λάβουμε σοβαρά υπόψη. Όταν κάθε προσπάθεια ξεκαθαρίσματος οδηγεί σε απαξίωση, αδιαφορία, αντιστροφή ευθύνης, ειρωνεία, συναισθηματική τιμωρία, απόσταση ή σιωπή, τότε το ζήτημα δεν είναι ο τρόπος που εκφραζόμαστε αλλά το πόσο ασφαλής είναι η ίδια η σχέση.
-
Αν δεν υπάρχει διάθεση για συζήτηση από την άλλη πλευρά, απομακρυνόμαστε με αξιοπρέπεια.
Για να υπάρξει αληθινή επικοινωνία και να γίνει ξεκάθαρο το τοπίο, χρειάζονται ωριμότητα και αυτογνωσία από τους συνομιλητές, ώστε η αμηχανία να μην επισκιάσει την συζήτηση και να μην δημιουργηθούν άσχημες σκέψεις ή συναισθήματα. Σε μια λειτουργική σχέση, οι αντιφάσεις μπορούν να ειπωθούν ανοιχτά. Και τότε η διευκρίνιση δεν θεωρείται απειλή ή επίθεση, δεν ενεργοποιεί άμυνες ή θυμό αλλά λειτουργεί ως φροντίδα της σχέσης δείχνοντας ότι νοιαζόμαστε και επιθυμούμε να διατηρήσουμε αμοιβαία ασφάλεια.
Η καθαρή επικοινωνία δεν είναι τεχνική, είναι πράξη σεβασμού.
Όταν μπορούμε να ονοματίζουμε την αντίφαση χωρίς φόβο, η σχέση γίνεται χώρος σκέψης και όχι πεδίο (παρ)ερμηνείας και εσωτερικής μάχης.
Και τότε δεν χρειάζεται να μαντεύουμε. Μπορούμε να επικοινωνούμε ουσιαστικά.