Πόσο ωραία νοιώθουμε με εκείνους τους ανθρώπους που μας λένε αυτό που θέλουμε να ακούσουμε! Εκείνους που συμφωνούν πάντα μαζί μας και που «χαϊδεύουν τα αυτιά» μας με λόγια βολικά και ευχάριστα! Αντίθετα, νοιώθουμε ενόχληση, άμυνα ή ακόμα και θυμό απέναντι σε όσους μας αμφισβητούν, μας διορθώνουν ή μας αναγκάζουν να δούμε μια αλήθεια που δεν μας βολεύει.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;
Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να νοιώθει ασφαλής, αποδεκτός και δικαιωμένος. Η επιβεβαίωση λειτουργεί σχεδόν σαν συναισθηματικό καταφύγιο, μας προστατεύει από την αμφιβολία, την ανασφάλεια και από τον φόβο ότι ίσως κάνουμε κάποιο λάθος. Όταν κάποιος συμφωνεί μαζί μας, δεν επιβεβαιώνει μόνο μία άποψη αλλά την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Αντίθετα, η διαφωνία μοιάζει πολλές φορές με προσωπική επίθεση. Δεν ακούμε απλώς μια διαφορετική γνώμη, αισθανόμαστε ότι απειλείται η αξία μας, η κρίση μας, η ταυτότητά μας. Ιδιαίτερα όταν έχουμε ταυτιστεί με μία άποψη, η αμφισβήτησή της μας επηρεάζει πολύ βαθύτερα από όσο αντιλαμβανόμαστε. Και είναι πιο εύκολο να παραμείνουμε μέσα σε έναν κόσμο όπου νοιώθουμε σωστοί, παρά να μπούμε στην δύσκολη διαδικασία της αυτοκριτικής.
Η αλήθεια, πολλές φορές, απαιτεί κόπο. Και ενώ η επιβεβαίωση προσφέρει άμεση ανακούφιση, εν τούτοις υπάρχει ένα σοβαρό τίμημα. Οι άνθρωποι που μας λένε μόνο όσα θέλουμε να ακούμε, δεν μας βοηθούν να εξελιχθούμε. Μπορεί να μας προσφέρουν στιγμιαία άνεση αλλά συχνά μας κρατούν στάσιμους. Η πραγματική πρόοδος έρχεται συνήθως από εκείνους που τολμούν να μας πουν με ειλικρίνεια το δύσκολο και το άβολο. Από εκείνον τον φίλο που δεν φοβάται να μας δείξει το λάθος μας, από τον συνεργάτη που δεν επιλέγει την σιωπή για να είναι αρεστός και γενικότερα από τον άνθρωπο που προτιμάει την αλήθεια από την συμπάθεια. Ας θυμηθούμε και τον Θεόφραστο στο έργο του «Χαρακτήρες», ο οποίος προειδοποιούσε για τον επικίνδυνο κόλακα, εκείνον που δεν λέει την αλήθεια αλλά μόνο όσα ευχαριστούν και βολεύουν, οδηγώντας τον άλλον σε αυταπάτη.
Η ωριμότητα ξεκινάει την στιγμή που σταματάμε να αναζητάμε μόνο επιβεβαίωση και αρχίζουμε να αντέχουμε την αλήθεια. Όταν καταλάβουμε πως δεν είναι φίλος εκείνος που συμφωνεί πάντα μαζί μας αλλά εκείνος που νοιάζεται αρκετά ώστε να μας βοηθήσει να δούμε καθαρότερα.
Γιατί τα λόγια που «χαϊδεύουν αυτιά» μπορεί να μας παρηγορούν προσωρινά αλλά τα λόγια που μας ξεβολεύουν είναι εκείνα που πραγματικά μας κάνουν καλλίτερους.
Αυτό σίγουρα δεν σημαίνει πως κάθε διαφωνία είναι σωστή αλλά ούτε και πως κάθε αυστηρή κριτική είναι άδικη. Η ειλικρίνεια δεν ταυτίζεται με την αγένεια, όπως συνηθίζεται να λέγεται, αντίθετα, αποτελεί βασική προϋπόθεση για να υπάρξει αληθινή εμπιστοσύνη, ουσιαστική επικοινωνία και προσωπική εξέλιξη. Η λεγόμενη «σκληρή αγάπη», εκείνη που μας βγάζει από την ζώνη άνεσής μας και μας αναγκάζει να δούμε κατάματα τις αδυναμίες μας, μπορεί να γίνει ένα μοναδικό δώρο αφύπνισης και να μας γλυτώσει πολύτιμο χρόνο, εάν είμαστε έτοιμοι να το δεχτούμε.
Συχνά, αυτό που μας ενοχλεί, δεν είναι τα λόγια των άλλων, αλλά είναι, είτε η δική μας αδυναμία να τα διαχειριστούμε, είτε το γεγονός ότι μια πεποίθηση έχει δεθεί τόσο στενά με την προσωπική μας αξία, ώστε η διαφωνία δεν εκλαμβάνεται ως απλή ιδέα, αλλά ως υποτίμηση.
Αντί λοιπόν να αντιδρούμε αυτόματα με άμυνα ή επίθεση, αυτό που χρειάζεται είναι μια παύση και μια συνειδητή στάση απέναντι σε αυτό που ακούμε.
Καταρχάς, χρειάζεται να καλλιεργήσουμε την ενεργητική ακρόαση ώστε να ακούμε πραγματικά τον άλλον αντί να ετοιμάζουμε την απάντησή μας όση ώρα εκείνος μιλάει. Ο Πλούταρχος στο έργο του «Περί του ακούειν» τονίζει ότι η ουσιαστική ακρόαση απαιτεί προσοχή, αυτοσυγκράτηση και διάθεση να μάθουμε, όχι να απαντήσουμε.
Έπειτα, χρειάζεται να διακρίνουμε αν αυτό που μας λέγεται αφορά μια συγκεκριμένη συμπεριφορά ή πράξη μας ή αν εμείς το παίρνουμε προσωπικά, ανάλογα με το πώς το ερμηνεύουμε.
Στην συνέχεια πρέπει να μπορούμε να ακούμε χωρίς να ταυτιζόμαστε με την κριτική και να την επεξεργαζόμαστε πριν την απορρίψουμε ή την αποδεχτούμε.
Και τέλος, να επιλέγουμε τον διάλογο αντί της σύγκρουσης, θέτοντας ερωτήσεις, αντί να υψώνουμε άμυνες και να χάνουμε τον έλεγχο του εαυτού μας.
Αν θέλουμε να ωριμάσουμε και να εξελιχθούμε, χρειάζεται να αναπτύξουμε εσωτερική δύναμη και ανθεκτικότητα, όχι να γινόμαστε εύθραυστοι απέναντι σε καθετί που μας ξεβολεύει. Και σε έναν κόσμο που δεν προσαρμόζεται στις ευαισθησίες μας, η ψυχική αντοχή δεν είναι απλώς κάτι θεμιτό, αλλά επιτακτική ανάγκη.